Αρχαιοελληνική επιγραφή
Άρθρα Αναγνωστών
Νεοελληνικές Διάλεκτοι

Όπως όλες οι γλώσσες του κόσμου, έτσι και η ελληνική χωρίζεται σε μία σειρά επιμέρους διαλέκτων, που η κάθε μία αντανακλά ξεχωριστά τον πολιτισμό και την κουλτούρα των εκάστοτε ομιλητών.

Τί είναι όμως “διάλεκτος”; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πολύ απλή. Η διάλεκτος είναι μία συγκεκριμένη γλωσσική ποικιλία που απαντάται σε συγκεκριμένο γεωγραφικό εύρος και ομιλείται από συγκεκριμένες κοινότητες ανθρώπων. Υπάρχει μία ολόκληρη επιστήμη που ασχολείται με τις διαλέκτους: η διαλεκτολογία. Η ελληνική γλώσσα, ήδη από τις απαρχές της, χωριζόταν σε διαλέκτους. Παρατηρείται επίσης ένα μοναδικό φαινόμενο: η ελληνική γλώσσα ξεκίνησε την μακραίωνη πορεία της όχι ως ενιαία γλώσσα αλλά ως ένα σύνολο διαλέκτων. Σε κάθε γωνία της Ελλάδας υπήρχαν διαφορετικές κοινότητες ανθρώπων, η κάθε μια με τη δική της διάλεκτο. Δε θα αναλύσουμε, όμως, εδώ τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, διότι αυτό θα ξεπερνούσε τις προσδοκίες αυτού του άρθρου.

Σταδιακά, με το πέρασμα των αιώνων, η ελληνική γλώσσα άλλαξε και μέσα από συγκεκριμένα στάδια φτάσαμε στα νέα ελληνικά, στη γλώσσα που μιλάμε σήμερα. Το αν αυτό είναι καλό ή κακό δεν μπορεί να το κρίνει κανείς. Τα πάντα αλλάζουν σε αυτόν τον κόσμο, γιατί όχι και οι γλώσσες; Εμείς δεν είμαστε σε θέση να το εξηγήσουμε αυτό, διότι απλά συμβαίνει χωρίς να υπολογίζονται άλλες παράμετροι.

Τα νέα ελληνικά, λοιπόν, χωρίζονται σε αρκετές διαλέκτους ανάλογα τη γεωγραφική κατανομή και την κοινωνική ομάδα που ανήκει ο κάθε ομιλητής. Η πρώτη ουσιαστικά νεοελληνική διάλεκτος, με μακρά και πλούσια ιστορία πίσω της, ήταν η διάλεκτος που μιλούσαν οι Έλληνες της Καππαδοκίας. Η Καππαδοκία είναι μία ιστορική περιοχή στα βάθη της σημερινής Τουρκίας, στην οποία κατοικούσαν Έλληνες από αρχαιοτάτων χρόνων. Η καππαδοκική διάλεκτος, όταν είχε ακόμη φυσικούς ομιλητές, χωριζόταν σε αρκετά ιδιώματα, ανάλογα την περιοχή που ομιλούνταν. Επειδή η Καππαδοκία ήταν πάντοτε ένας ελληνικός θύλακας, περιστοιχισμένος από περιοχές που οι κάτοικοί τους μιλούσαν ως επί το πλείστον τουρκικά, η διάλεκτος έχει δεχτεί τεράστιες επιρροές από την τουρκική γλώσσα. Για παράδειγμα, στην καππαδοκική παρατηρείται το φαινόμενο της φωνηεντικής αρμονίας (δηλαδή, τα φωνήεντα μίας λέξης τροποποιούνται με βάση το αρχικό). Αυτό είναι ένα κατεξοχήν χαρακτηριστικό της τουρκικής γλώσσας.

Η τουρκική επιρροή ανιχνεύεται και στο λεξιλόγιο της γλώσσας και στη φωνολογία της. Για παράδειγμα, πολλές είναι οι λέξεις - δάνεια από την τουρκική και παρατηρούνται και σύμφωνα της τουρκικής σε λέξεις τόσο τουρκικής όσο και ελληνικής ρίζας. Στην καππαδοκική, δεν υπάρχουν γραμματικά γένη και αυτό είναι άλλη μία τουρκική επίδραση. Ακόμα και η σύνταξη της διαλέκτου αυτής μοιάζει με τα τουρκικά μιας και το ρήμα μπαίνει μετά το αντικείμενο.

Μία ακόμη διάλεκτος των νέων ελληνικών, είναι η λεγόμενη τσακωνική διάλεκτος. Ομιλείται στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στην περιοχή της Κυνουρίας, στον νομό Αρκαδίας. Η τσακωνική είναι μία ιδιαίτερη διαλεκτική περίπτωση καθώς θεωρείται απόγονος της αρχαίας δωρικής διαλέκτου που αποδεδειγμένα ομιλούνταν στην περιοχή και αυτό διότι η τσακωνική παρουσιάζει πολλά δωρικά χαρακτηριστικά. Από φωνητική πλευρά, η τσακωνική παρουσιάζει φθόγγους που δεν απαντούν στο φωνητικό σύστημα της νέας ελληνικής. Η διάλεκτος αυτή κινδυνεύει με εξαφάνιση καθώς δε διδασκόταν σε κανένα τοπικό σχολείο μέχρι πρόσφατα, που ξεκίνησαν ερευνητικά προγράμματα για τη διάσωσή της. Στο παρελθόν, η τσακωνική μιλιόταν και στη Λακωνία, ακόμη και στη Θάλασσα του Μαρμαρά από τσακωνικές αποικίες.

Η ποντιακή διάλεκτος αποτελεί την τρίτη νεοελληνική διάλεκτο που θα πραγματευτούμε. Όπως λέει και το όνομά της, η ποντιακή διάλεκτος ομιλούνταν στην περιοχή του Πόντου δηλαδή στη σημερινή βορειοανατολική Τουρκία και τη νότια Γεωργία. Σήμερα, η ποντιακή, σε μία διαφορετική βέβαια μορφή, ομιλείται από ορισμένους απογόνους προσφύγων που μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αναγκάστηκαν να αναζητήσουν νέες εστίες. Γενικά, συνδυάζει πολλούς αρχαϊσμούς της ελληνικής γλώσσας με τουρκικά στοιχεία, όχι όμως τόσα πολλά όσο η διάλεκτος της Καππαδοκίας. Η ποντιακή έχει δεχτεί, επίσης, επιρροές και από γλώσσες του Καυκάσου. Από φωνολογική άποψη, τα ποντιακά παρουσιάζουν και αυτά κάποιους φθόγγους που δεν εντάσσονται στο φωνητικό σύστημα της νέας ελληνικής, ενώ από μορφολογική άποψη τα ποντιακά προτιμούν να παραλείπουν το άρθρο πριν από λέξεις που αρχίζουν με φωνήεν και τα ρήματα εμφανίζονται ελαφρώς αλλαγμένα. Η προσωπική αντωνυμία μπαίνει μετά το ρήμα και το λεξιλόγιο της διαλέκτου έχει σημαντικά αρχαϊκά στοιχεία.

Ιταλία χάρτηςΤα ελληνικά της Κάτω Ιταλίας ή αλλιώς κατωιταλιώτικα ή γραικανικά είναι μία ελληνική διάλεκτος που σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, αποτελεί συνέχεια της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που μιλιόταν κάποτε στην λεγόμενη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή τη σημερινή νότια Ιταλία και Σικελία. Προφανώς, η διάλεκτος έχει επηρεαστεί σε σημαντικό βαθμό από τα ιταλικά και αυτό φαίνεται από διάφορα στοιχεία όπως ο ευρύς τσιτακισμός (η προφορά του κ ως “τσ” πριν από το ι ή το ε), την απαλοιφή του τελικού ς, τη διατήρηση του απαρεμφάτου κλπ. Το ιταλικό κράτος έχει πλήρως αναγνωρίσει την κατωιταλική διάλεκτο ως μία “ελληνική - εθνική διάλεκτο”.

Στην Κύπρο, οι Έλληνες κάτοικοι του νησιού, έχουν αναπτύξει έναν συγκεκριμένο τρόπο ομιλίας, μία συγκεκριμένη διάλεκτο με μοναδικά χαρακτηριστικά. Η κυπριακή διάλεκτος κατατάσσεται, μαζί με την κρητική και τις διαλέκτους των Δωδεκανήσων, στη νοτιοανατολική διαλεκτική ομάδα. Παρουσιάζει και αυτή φωνολογική απόκλιση από την κοινή νεοελληνική, οι ρηματικές της καταλήξεις σε κάποια πρόσωπα είναι διαφορετικές και η προσωπική αντωνυμία εντοπίζεται και εδώ μετά από το ρήμα. Όσον αφορά το λεξιλόγιό της, η κυπριακή έχει λέξεις αρχαιοελληνικής προέλευσης, τουρκικής προέλευσης, αγγλικής, γαλλικής και ιταλικής. Η διάλεκτος είναι πάρα πολύ ζωντανή, ομιλείται σε κάθε γωνιά του νησιού και η νέα γενιά δείχνει να την προτιμά. Είναι σημαντικό πως τα κυπριακά για αιώνες αντιμετωπίζονταν ως λόγια γλώσσα.

Στην Κρήτη, παρατηρείται επίσης ένα σπουδαίο διαλεκτικό φάσμα. Η κρητική διάλεκτος αποτελεί το σήμα κατατεθέν του νησιού. Το λεξιλόγιό της έχει φοβερές αρχαιοελληνικές επιρροές αλλά και επιρροές από τη λατινική γλώσσα που πέρασαν στην κρητική διάλεκτο μέσω της Ενετοκρατίας και από την τουρκική γλώσσα που εισήλθαν στο κρητικό λεξιλόγιο μέσω της οθωμανικής κατοχής του νησιού. Είναι αξιοσημείωτο πως πολλές άλλες λέξεις των κρητικών δεν απαντούν σε άλλες ποικιλίες της ελληνικής, είναι δηλαδή “ανάδελφες” λέξεις. Από μορφολογική άποψη, η κρητική εμφανίζει διαφορετικά άρθρα και καταλήξεις σε κάποια ρηματικά πρόσωπα. Η διάλεκτος είναι ιδιαίτερα ζωντανή, καθώς ομιλείται σε κάθε πλευρά του νησιού και δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση, σε αντίθεση με άλλες νεοελληνικές διαλέκτους. Εκτός από την Κρήτη, η διάλεκτος ακούγεται και σε άλλες περιοχές που κατά καιρούς έχουν εγκατασταθεί ομιλητές της όπως οι Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και τα συριακά παράλια.

Στα Δωδεκάνησα (Ρόδος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κάσος, Χάλκη, Τήλος, Κως, Σύμη κλπ.), μία μειοψηφία των κατοίκων τους μιλάει μία συγκεκριμένη διαλεκτική ποικιλία. Έχει και αυτή τις δικές της ιδιαιτερότητες καθώς η προφορά αλλάζει πολύ σε κάποια συμφωνικά συμπλέγματα, και το τελικό διατηρείται σε μεγάλο βαθμό. Το λεξιλόγιο της διαλέκτου διαφέρει από νησί σε νησί, ωστόσο ο πυρήνας είναι κοινός για όλα τα νησιά.

Στη Χίο, συναντούμε μία διάλεκτο με μεγάλες ομοιότητες με τη δωδεκανησιακή, αν και η Χίος δεν ανήκει στα Δωδεκάνησα. Οι καταλήξεις στα ρήματα διαφέρουν και εδώ (χαρακτηριστική η κατάληξη -εύγω) και στο συντακτικό επίπεδο η προσωπική αντωνυμία πάλι μετασχηματίζεται.

Ελλάδα χάρτηςΣτις Κυκλάδες, την Ικαρία και τα Κύθηρα επίσης παρουσιάζονται συγκεκριμένες διαλεκτικές ποικιλίες με μεγάλες ομοιότητες με την κρητική, την επτανησιακή και τη διάλεκτο της Μάνης.

Στα Επτάνησα, οι διαλεκτικοί τύποι που χρησιμοποιούν οι κάτοικοι των νησιών αυτών διαφέρει από νησί σε νησί, αλλά το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι τα πολυάριθμα ιταλικά δάνεια και σχεδόν η παντελής έλλειψη τουρκικών στοιχείων. Αυτό εξηγείται, δεδομένης της μη τουρκικής κατάκτησης των νησιών αυτών.

Τα ιδιώματα της Πελοποννήσου και της βόρειας Ελλάδας θεωρείται γενικά πως έχουν επηρεάσει σε καταλυτικό βαθμό τη διαμόρφωση της σημερινής ελληνικής. Διατηρούν βέβαια ορισμένες διαφοροποιήσεις, όμως μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με την κοινή ελληνική, ειδικά οι διάλεκτοι της Πελοποννήσου. Τα βόρεια ιδιώματα διακρίνονται σε πάρα πολλές παραλλαγές, δεδομένου ότι ομιλούνται σε ένα ευρύ γεωγραφικό πλάτος (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα κλπ).

Στην περιοχή της νότιας Αλβανίας, τη λεγόμενη Βόρεια Ήπειρο, απαντάται ένας συγκεκριμένος διαλεκτικός τύπος, ειδικά στην περιοχή της Χειμάρρας. Είναι γνωστό πως στην περιοχή κατοικούν εδώ και χιλιάδες χρόνια ελληνόφωνοι πληθυσμοί, οι οποίοι μάλιστα τυγχάνουν πλήρους αναγνώρισης από τη σημερινή αλβανική κυβέρνηση. Οι περιοχές που απαντάται η συγκεκριμένη διάλεκτος είναι η Χειμάρρα και τα χωριά Δρυμάδες και Παλάσα. Κάθε χωριό βέβαια χρησιμοποιεί τη δική του παραλλαγή. Η διάλεκτος πολεμήθηκε άγρια από το σκληρό κομμουνιστικό καθεστώς της γειτονικής χώρας, καθώς απαγορευόταν ρητά η χρήση της, στο πλαίσιο της ομογενοποίησης του έθνους που πρέσβευαν τα Τίρανα εκείνη την εποχή. Μετά την πτώση του κομμουνισμού, η διάλεκτος αναγνωρίστηκε από το αλβανικό κράτος, ωστόσο ο αριθμός των φυσικών ομιλητών της μειώθηκε σημαντικά. Η διάλεκτος αυτή, βέβαια, διατηρεί πολλά στοιχεία της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας, διότι αποκόπηκε νωρίς από τις υπόλοιπες και ακολούθησε ξεχωριστή πορεία.

Μία διάλεκτος για την οποία αξίζει ξεχωριστή αναφορά είναι φυσικά και η διάλεκτος που μιλούσαν οι Έλληνες Εβραίοι Ρωμανιώτες, γνωστή και ως ρωμανιώτικα ή γεβανικά. Τα ρωμανιώτικα προέρχονταν από την ελληνιστική κοινή γλώσσα με σημαντικές εβραϊκές επιρροές. Δεν διέφεραν ποτέ σε μεγάλο βαθμό από τα ελληνικά, έτσι οι Έλληνες χριστιανοί με τους Έλληνες Εβραίους συνεννοούνταν αρκετά καλά και εύκολα. Οι Ρωμανιώτες για να γράψουν τη διάλεκτό τους χρησιμοποιούσαν το εβραϊκό αλφάβητο παραδοσιακά. Σήμερα, η διάλεκτος αυτή δεν έχει φυσικούς ομιλητές καθώς οι Ρωμανιώτες είναι πλέον ελάχιστοι, διότι οι περισσότεροι πέθαναν στη διάρκεια του Ολοκαυτώματος ή αφομοιώθηκαν από τους Σεφαραδίτες Εβραίους που έφτασαν στην Ελλάδα κατά τον 15ο αιώνα, αλλά και από τους Έλληνες χριστιανούς. Η μετανάστευση πολλών ομιλητών της ρωμανιώτικης έπαιξε, επίσης, καθοριστικό ρόλο.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να αναφέρω δύο ακόμα διαλεκτικές ποικιλίες των νέων ελληνικών. Το ιδίωμα των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης (τα πολίτικα, όπως αποκαλούνται) ένα κράμα ελληνικών, τουρκικών και αγγλικών δανείων με ενετικές κάλλιστα προσμίξεις. Από διαλεκτολογικής άποψης, η πολίτικη διάλεκτος κατατάσσεται στα βόρεια ιδιώματα με έντονα ίχνη της να ανιχνεύονται σε ιδιώματα της Θράκης και της Μακεδονίας. Τέλος, υπάρχει και μία ελληνογενής διάλεκτος που ομιλείται από ελληνόφωνους στη νότια Ουκρανία, στην περιοχή της Μαριούπολης. Συχνά, βέβαια, τα “μαριουπολίτικα” θεωρούνται παρακλάδι της ποντιακής.

Με τη συνοπτική αυτή παρουσίαση των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων φαίνεται ξεκάθαρα ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας καθώς έχει την δυνατότητα να “μετασχηματίζεται” κάθε φορά ανάλογα την περιοχή και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν. Τα σπάνια χαρακτηριστικά της ελληνικής ανιχνεύονται σε κάθε μία διάλεκτο. Ουσιαστικά, συμπληρώνουν η μία την άλλη. Και φυσικά, η ελληνική γλώσσα δε θα ήταν τόσο σπουδαία χωρίς ένα τόσο σημαντικό διαλεκτικό υπόστρωμα πίσω της, το οποίο αντανακλά τις διαφορετικές φάσεις του ελληνισμού και χαρίζει και στην επιστήμη ένα τεράστιο υλικό.

 

Γιάννης Καραγιωργάκης 
Φοιτητής Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ.
- Αναγνώστης του Macroskopio

Διαβάστε Σχετικά…