Ασπρόμαυρος πίνακας με τη Μαντώ Μαυρογένους

Μαγδαληνή

 
Η Ζαν ντ’ Αρκ της Ελλάδας

Πλάσμα λεπτεπίλεπτο και ψιλόλιγνο με ήπια ελληνικά χαρακτηριστικά, όπως τα καστανά αμυγδαλωτά μάτια! Ένα κεχαριτωμένο γλυκό κορίτσι που το προσέχεις όχι τόσο για την εξωτερική ομορφιά του αλλά για τη ‘συμμετρική ωραιότητα’ που εκπέμπει εκ των έσω…

Καλοβαλμένη και “προικισμένη”, κυριολεκτικά και μεταφορικά, … η τέλεια νύφη! Με πελοποννησιακό και νησιώτικο αέρα στην περπατησιά της, βγάζει μια συγκρατημένη εξωστρέφεια που όταν τη βλέπεις απλά χαμογελάς.   

Τα τυπικά προσόντα της ξεπερνούν τις προσδοκίες της εποχής. Γαλλικά, ιταλικά και τουρκικά τα ομιλεί με άνεση. Η γενική μόρφωσή της, με υψηλές δόσεις ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, γράφουν πάνω της με την πρώτη ματιά.

Όπως και να το δει κανείς, το μέλλον της ανήκει!

Ο χαρακτήρας της, όμως, παρουσιάζει ένα μικροψεγάδι που θέλει προσοχή. Αναλόγως τον χρόνο και τον χώρο, αυτό το ψεγάδι μετατρέπεται σε σοβαρό “κουσούρι” που στιγματίζει και κατατρώγει.

Τί έχει, λοιπόν, η Μαγδαληνή……; Από τί “αρρώστια” υποφέρει……;

……έχει υψηλά ιδανικά!!!

Ενώ κάθεται στα σαλόνια της στην Τεργέστη, που ο μπαμπάς της χάρισε από έντιμο εμπόριο, οραματίζεται μια Ελλάδα αναγεννημένη και αυτοδιοικούμενη. Το μυαλό της δεν μπορεί να δραπετεύσει απ’ αυτό το κρατίδιο που βασανίζεται. Η ψυχή της δεν μπορεί να μη συναισθάνεται τη θλίψη των συμπατριωτών της.

Αδύνατον να ξεφύγει απ’ το σαράκι που ονομάζεται «Συμ-Πόνια». Μπήκε μέσα της με φόρα, με μοναδικό αντίδοτο την «Αυτό-Θυσία».    

Έτσι, η Μαντώ των Μαυρογένηδων - βαφτισμένη Μαγδαληνή - καταφθάνει στην Ελλάδα το 1818 με στόχο την προσωπική της ισοπέδωση: 'Μολύνει' τους Μυκονιάτες με την “αρρώστια” της οδηγώντας σε γενικό ξεσηκωμό, ξοδεύει τεράστια ποσά για να επανδρώσει πλοία που θα βγουν στη γύρα του θανάτου, πουλά ακίνητα για να εξοπλίσει σώματα πεζικού που θα χυθούν στα ‘πεδία βολής’, εκποιεί κοσμήματα που θα δοθούν στους εναπομείναντες Μεσολογγίτες μετά την έξοδο, στέλνει επιστολές στις μεγαλοκυρίες της Ευρώπης για να τις ‘παρασύρει’ στον δικό της φιλελληνισμό.

Δίκαια, λοιπόν, της αποδίδεται ο τίτλος της “Ελληνίδας Ζαν ντ’ Αρκ” από τους Ευρωπαϊκούς κύκλους, τους μοναδικούς που την αγαπούν και τη μνημονεύουν όπως της αξίζει.

Αυτή η la bella Greca, μέσα σε λίγα χρόνια, ροκανίζει όλη την περιουσία της οικογένειας με αξιοπρόσεχτη ‘αδιαφορία’. Γεμάτη τσαγανό αντιμετωπίζει τον πλούτο που κληρονόμησε ως ένα μέσο για να ικανοποιήσει τη φυσική της τάση για προσφορά.

Μοιάζει με πηγή μέσα σε ξεραΐλα που αναβλύζει με εντυπωσιακή ορμή. Αν προσπαθήσεις να την μπαζώσεις, κάπου αλλού θα πλημμυρίσεις.  

Και μετά απ’ όλα αυτά τί;

Την βρίσκουμε να περιφέρεται στους δρόμους του νεοσύστατου πια ελληνικού κράτους ρακένδυτη, πάμπτωχη και περίλυπη. Απόκληρη και περιφρονημένη, κυρίως μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, απ’ όλους αυτούς που εξαιτίας της βρέθηκαν σε θέσεις ισχύος.

Κατατρεγμένη ακόμη και από την ίδια της τη μάνα που δεν παύει στιγμή να την κατηγορεί για την κατασπατάληση του οικογενειακού πλούτου … για να πετύχει τί; Τη δίωξή της από εκπροσώπους μικροπολιτικών συμφερόντων; Την έλλειψη στοιχειώδους αναγνώρισης της απόλυτης ευεργεσίας τρίτων;

Σε προσωπικό επίπεδο όχι μόνο ΔΕ λαμβάνει τις τιμές που της αναλογούν αλλά προσπαθεί να γλιτώσει και από ένα φθονερό κυνηγητό. Και όλα αυτά εν ζωή, που οι μνήμες είναι εκεί … νωπές ακόμη!

Τα χτυπήματα, όμως, είναι απανωτά και δε σταματούν εδώ. Όσο το μέλλον φαντάζει ευοίωνο σε νεαρή ηλικία, τόσο αντιστρόφως ανάλογα της φέρεται η ζωή, ακόμη και σε ερωτικό επίπεδο.

Σφόδρα ερωτευμένη με τον Υψηλάντη συνάπτει ανοιχτή στο τότε συντηρητικό κοινωνικό σύνολο σχέση, με υπόσχεση γάμου. Ο γάμος, όμως, δεν τελείται ποτέ! Βρίσκονται ‘καλοθελητές’, με πρωτεργάτη τον Κωλέττη, να την κακολογήσουν και τελικά να τη χωρίσουν απ’ τον άνθρωπο που τόσο αληθινά και άδολα αγαπά.

Μια ακόμη αγάπη χωρίς αίσιο τέλος! Το υπόλοιπο της ζωής της την ακολουθεί μέσα σε εκδικητικές σκέψεις, καθότι στερείται συζυγικής αγάπης και φροντίδας χωρίς λόγο και αιτία. Κι όταν η αγάπη έχει βάθος, δεν υπάρχει επόμενο βήμα. Μόνο δυστυχία από πληγές που δε λένε να κλείσουν…

Η ύστατη πράξη του δράματος γράφεται στην τελευταία κατοικία του αγαπημένου της, όπου τον αποχαιρετά με μοιρολόγια, κουβαλώντας τον τίτλο της ανύμφευτης ερωμένης.

Παντελώς αναίτια και άδικα μένει μόνη στη ζωή, ξεκρέμαστη, πονεμένη και παραμερισμένη απ’ όλους κι απ’ όλα!

Χωρίς υλικά και ψυχικά αγαθά στα 44 πεθαίνει «εν εσχάτη πενία» έτσι άδοξα και ταλαιπωρημένα στην Πάρο από τυφοειδή πυρετό που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν ο γιατρός δεν ήταν της “πρακτικής” σχολής.

Η Μαντώ Μαυρογένους, ένα πρόσωπο ψυχικά αμόλυντο, γίνεται λευκός καμβάς που μαγνητίζει τις λάσπες των φθονερών σαρκίων γύρω της.

“…η φιλοπατρία σε όλη της την καθαρότητα, χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας, η απόλυτη αυτοθυσία, η πιο συγκινητική απρονοησία για το προσωπικό μέλλον…” (Rybaud, 1821)

Η ιστορία της με πονά και με θυμώνει τόσο πολύ που ώρες ώρες δε βρίσκω κανένα νόημα σε πράξεις αυτοθυσίας. Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη φθορά που υπόκεισαι μεγαλώνοντας, βλέποντας τα παθήματα των ενάρετων που φάγανε πικρό ψωμί…

…να αναγκάζεσαι να θωρακιστείς με το ίδιο το “κακό” για να καταφέρεις να μακροημερεύσεις απέναντι στο “κακό” των άλλων.

Διαβάστε Σχετικά…